Πρόσφατες ειδήσεις

Εκκλησία και Πολιτεία, σύγκρουση ή συνεργασία; Γράφει ο κ. Ευάγγελος Περιβολαράκης, θεολόγος

 


                   Εκκλησία και Πολιτεία, σύγκρουση ή συνεργασία;

                                                                                       Θεοφάνεια 2021

Η πανδημία έφερε στο τραπέζι για την Ελλάδα και το θέμα της σχέσης μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας. Μια σχέση εντελώς διαφορετική από τα υπόλοιπα κράτη της Ευρώπης αλλά συγχρόνως και πρωτότυπη. Η εξάρτηση των δύο θεσμών χάνεται στα βάθη των αιώνων. Ξεκινά από το χριστιανικό Βυζάντιο, επεκτείνεται στη μεταβυζαντινή ιστορία κατά τη περίοδο της Τουρκοκρατίας και στη συνέχεια στη νεότερη ιστορία της πατρίδας μας, που είναι συνδεδεμένη με τους παγκοσμίους πολέμους και με την εδραίωση μίας ελεύθερης και ανεξάρτητης Ελλάδας. Σ΄ όλη τη περίοδο αυτή της ιστορίας, οι δύο θεσμοί συνεργάστηκαν και μοιράστηκαν χαρές και πίκρες μαζί, αναγνωρίζοντας και σεβόμενοι ο ένας στον άλλον τις αρμοδιότητες και τα όριά τους. Υπήρχε όντως ένα ξεχωριστό καθεστώς μεταξύ των δύο θεσμών που ήταν απόρροια της αλήθειας που μετέδιδε η Ορθόδοξη παράδοση και ζωή. Μια αλήθεια που τονίζει ότι: «Αυτός που θέλει να είναι πρώτος και να ηγείται θα πρέπει να γίνει υπηρέτης όλων» (Ματθ.20,20), που σημαίνει ότι ο αληθινά χριστιανός ηγέτης είτε λαϊκός είναι είτε ιερέας δεν θα πρέπει να έχει κατά νου στη ποιμαντική του, την ανθρώπινη πολιτική εξουσία της επιβολής, αλλά της υπηρεσίας και της διακονίας των άλλων. Με το τρόπο αυτό της αλληλεγγύης και της προσφοράς προς τους άλλους ο χριστιανός γίνεται πρώτος και αρχηγός κατά Χριστόν. Παράδειγμα  ο ιδρυτής της πίστεώς μας ο Χριστός ο οποίος έφθασε μέχρι προσφοράς και θυσίας του εαυτού Του μέσω του σταυρικού θανάτου, με σκοπό τη νίκη κατά του θανάτου και τη σωτηρία μας.


              Η Εκκλησία δεν έχει σκοπό να γίνει κρατική εξουσία και να μετατραπεί σε πολιτικό σύστημα. Όπου έγινε κάτι τέτοιο η Εκκλησία έχασε το πνευματικό πρόσωπο και νόημά της. Απ΄ την άλλη πλευρά η κοσμική και κρατική εξουσία σεβόμενη την Εκκλησία δεν  «έμπαινε στα δικά της χωράφια» και μάλιστα τη προστάτευε θεσπίζοντας νόμους υπέρ της, αφού γνώριζε ότι  «Εκκλησία» σημαίνει συγκέντρωση του πιστού λαού, των κληρικών και των λαϊκών προς λατρεία του Θεού, δηλαδή ένα θεσμό με δημοκρατικά στοιχεία. Σήμερα οι δύο θεσμοί παρόλο τη πολύπλευρη κρίση που μαστίζει τη χώρα μας  συνεργάζονται και προχωρούν από κοινού. Η Εκκλησία με το φιλανθρωπικό της έργο βοηθάει αδύναμους κοινωνικά και οικονομικά ανθρώπους συμπαραστεκόμενη στο έργο της πολιτείας για ενίσχυση των οικονομικά ευπαθών ομάδων. Και στο θέμα της πανδημίας η Εκκλησία έδειξε την  υπακοή της στους νόμους της κυβέρνησης, συνεργαζόμενη απόλυτα με τη Πολιτεία για την αντιμετώπιση του κοινού εχθρού.


          Όμως πώς μπορεί τώρα στην εορτή των Θεοφανείων να κρύψει απ΄ το πιστό λαό της τη φανέρωση του Θεού, τη φανέρωση και των τριών προσώπων της Αγίας Τριάδας που συνέβη κατά τη βάπτιση του Ιησού; Πώς μπορεί να μη διακηρύξει την αλήθεια για τη Θεοφάνεια που συνέβη στον Ιορδάνη ποταμό; Δεν είναι δυνατόν να στερήσει από το λαό της τη μετάδοση του Σώματος και Αίματος του Χριστού, ούτε και τη μετάδοση του αγιασμένου ύδατος. Απεναντίας αυτά είναι τα θεϊκά φάρμακα που προσφέρει η Εκκλησία για την αντιμετώπιση της πανδημίας και γενικά των ασθενειών. Η επιστήμη της Ιατρικής προσφέρει από τη πλευρά της τα ανθρώπινα μέσα θεραπείας, αλλά και η Εκκλησία προσφέρει σε συνδυασμό με τ΄ ανθρώπινα και τα θεϊκά φάρμακα της Θείας Κοινωνίας και του αγιασμού. Δεν είναι δυνατόν λοιπόν να στερηθούμε της χαράς, της ψυχικής ηρεμίας και της θεραπείας που απορρέουν απ΄ τον ερχομό του αναμάρτητου Χριστού στον Ιορδάνη για τη βάπτισή Του. 


          Φυσικά η Εκκλησία δεν πρέπει να συγχέεται με τα υπόλοιπα καταστήματα που κλείνουν κι εμπίπτουν σε ανθρώπινους νόμους. Πρόκειται για έναν θεανθρώπινο οργανισμό με κεφαλή το Χριστό και μέλη όλους εμάς. Σ΄ αυτόν δεν ισχύει μόνο ο ανθρώπινος νόμος αλλά και ο θεϊκός, που υπερβαίνει την ανθρώπινη λογική και μόνο με τη πίστη μπορεί κάποιος να το προσεγγίσει και να τον βιώσει. Γι΄ αυτό και η Πολιτεία θα πρέπει να επιδείξει σεβασμό απέναντι όχι μόνο στον ανθρώπινο νόμο αλλά και στον θεϊκό της Εκκλησίας. Δεν θα πρέπει να επεμβαίνει στα πνευματικά θέματα που αφορούν την Εκκλησία όπου σ΄ αυτά δεν χωράει ο ανθρώπινος νόμος. Πίστη και σεβασμός χρειάζεται να επιδείξει η Πολιτεία σήμερα απέναντι στο μυστήριο της Θεοφάνειας του Θεού και ν΄αφήσει την Εκκλησία ελεύθερα να επιτελέσει το έργο της, έχοντας εμπιστοσύνη, όχι μόνο στη τήρηση των προβλεπόμενων μέτρων από πλευράς Εκκλησίας ,αλλά και στη δύναμη και βοήθεια του Θεού που πάντοτε μας έσωζε από κινδύνους και συμφορές. 


             Άλλωστε ο ίδιος ο Ιησούς είπε πως: «Απόδοτε τα Καίσαρος Καίσαρι και τα του Θεού τω Θεώ» (Ματθ.22,21) που σημαίνει ότι σεβόμαστε και τους ανθρώπινους νόμους αλλά και αποδίδουμε την οφειλόμενη λατρεία στο Θεό. Μεταξύ δε Θεού και ανθρώπων οι μαθητές του Χριστού διακηρύττουν χωρίς φόβο ότι «Πειθαρχείν δει Θεώ μάλλον ή ανθρώποις»(Πρ.Αποστ.5,30) που σημαίνει ότι υπακούμε πρωτ΄ απ΄ όλα στο θεϊκό θέλημα και στη συνέχεια στον ανθρώπινο λόγο και νόμο.


         Ας ευχηθούμε όπως ο φωτισμός που προέρχεται απ΄ την γιορτή των Φώτων να φωτίσει όλους μας, έτσι ώστε στις σχέσεις μεταξύ Πολιτείας κι Εκκλησίας να υπάρχει και σήμερα όχι σύγκρουση αλλά αρμονία, σεβασμός και συνεργασία,   όπως υπήρχε καθόλη τη περίοδο της Ελληνικής ιστορίας με σκοπό τη πρόοδο και την ωφέλεια της κοινωνίας μας.

 Χρόνια πολλά!

 

 

Ευάγγελος Περιβολαράκης
                          Θεολόγος