Πρόσφατες ειδήσεις

Το χρονικό της Άλωσης:Δευτέρα 28 Μαΐου του 1453



Η εικόνα ίσως περιέχει: ένα ή περισσότερα άτομα, υπαίθριες δραστηριότητες και κείμενο

Το χρονικό της Άλωσης:
●Τη Δευτέρα 28 Μαΐου του 1453, ο σουλτάνος πέρασε την ημέρα του ολοκληρώνοντας τις τελευταίες λεπτομέρειες σχετικά με την επίθεση. Τα κανόνια και οι πυροβολητές βρίσκονταν στις θέσεις τους, ενώ όλο το στράτευμα βρισκόταν επί ποδός, περιμένοντας να λάβει τις σχετικές οδηγίες. Ο βομβαρδισμός των τειχών εξακολουθούσε με αμείωτη ένταση. Οι προετοιμασίες ήταν πυρετώδεις. Ο σουλτάνος επιθεώρησε όλα τα στρατιωτικά σώματα, δίνοντας θάρρος και τις τελευταίες οδηγίες στους διοικητές των σωμάτων.
Πιθανότατα ο Μωάμεθ είχε φροντίσει να εμφυσήσει στους άνδρες του την έννοια του ιερού πολέμου και για αυτό το λόγο υπήρχαν στο στρατόπεδο ιερείς, όπως δερβίσηδες και μουλάδες, που έψελναν, απήγγειλαν στίχους από το Κοράνι και προσπαθούσαν να εμψυχώσουν τους πολεμιστές απαριθμώντας τα οφέλη, που θα αποκόμιζαν με την πτώση της Πόλης. Την ίδια ημέρα ο σουλτάνος μετέβη έφιππος στο Διπλοκιόνιο, για να επιθεωρήσει το στόλο του και να δώσει διαταγές στο ναύαρχό του για το τι θα έπρεπε να πράξει την επόμενη ημέρα. Σκάλες θα δίνονταν στα πληρώματα των πλοίων, ώστε, αφού αποβιβάζονταν στην ξηρά, να επιχειρήσουν να ανέβουν στα τείχη.
Κατά την επιστροφή του πιθανότατα, περνώντας από τη συνοικία του Γαλατά, προειδοποίησε τους άρχοντες της περιοχής να μην εμπλακούν στη μάχη της επόμενης ημέρας και σε καμία περίπτωση να μην παράσχουν βοήθεια στους κατοίκους της Κωνσταντινούπολης. Το ίδιο απόγευμα διέτρεξε και πάλι έφιππος όλο το στρατόπεδο από άκρη σε άκρη, κεντρίζοντας το φιλότιμο όλων των αξιωματούχων του και παράλληλα απειλώντας με θάνατο, όποιον δείλιαζε ή παράκουε εντολές ανωτέρου. Ακούγοντας τις διαταγές του, όλοι έσπευσαν να μεταβούν στις προκαθορισμένες θέσεις τους.
Αφού διαπίστωσε ότι όλα ήταν έτοιμα και όπως επιθυμούσε, επέστρεψε στη σκηνή του για να ξεκουραστεί, ενώ έστειλε αγγελιαφόρους σε όλο το στρατόπεδο, για να αναγγείλουν ότι η επίθεση θα ξεκινούσε το ξημέρωμα. Φωτιές ανάφθηκαν ακόμη μία φορά στο Τουρκικό στρατόπεδο, αλαλαγμοί, ουρλιαχτά και κραυγές έφθαναν στα αυτιά των πολιορκημένων, ενώ ο εχθρός βομβάρδιζε τα τείχη. Αυτή η αναστάτωση διήρκεσε μέχρι τα μεσάνυχτα, οπότε και οι φωτιές σβήστηκαν και υπήρξε μία παράξενη ησυχία.
Στο στρατόπεδο των Βυζαντινών από την άλλη μεριά, επικρατούσε αναστάτωση. Παρ' όλη όμως την ένταση και την αγωνία των πολιορκημένων, δεν έλειπαν οι προετοιμασίες και μέσα στα τείχη.
Όλοι βρίσκονταν στις θέσεις τους. Σύμφωνα με τον ιστορικό Δούκα, ο Αυτοκράτορας μαζί με τον Ιουστινιάνη και 3.000 στρατιώτες βρίσκονταν κοντά στην πύλη του Αγίου Ρωμανού, εκεί όπου τα τείχη είχαν υποστεί σοβαρότατες ζημιές και μεγάλα τμήματά τους είχαν καταπέσει. Ο μέγας δούκας Λουκάς Νοταράς υπεράσπιζε μαζί με 500 στρατιώτες στη Βασιλική πύλη, ενώ κατά μήκος των χερσαίων τειχών, σε όλα τα καίρια σημεία, είχαν τοποθετηθεί τοξότες και πετροβολιστές. Όλοι πλέον γνώριζαν καλά τι θα επακολουθούσε. Σύμφωνα με τον χρονογράφο Barbaro κατά τη διάρκεια όλης της ημέρας οι καμπάνες χτυπούσαν καλώντας τους αμυνόμενους να μεταβούν στις θέσεις τους. Φυσικά από το πρωί οι καμπάνες καλούσαν το λαό και στις λιτανείες.
Γυναίκες και παιδιά ανέβαιναν στα τείχη μεταφέροντας λίθους, για να τους χρησιμοποιήσουν ως όπλα οι πολιορκημένοι κατά την έφοδο των Τούρκων. Θρήνοι και κλάματα ακούγονταν σε όλη την πόλη εξαιτίας του τρόμου που είχε κυριεύσει τους αξιοθρήνητους κατοίκους. Ο Αυτοκράτορας διέταξε να γίνει λιτανεία μέσα στην πόλη των ιερών εικόνων στην οποία συμμετείχε μεγάλο πλήθος γυναικών, παιδιών, γερόντων μαζί με ιερείς και μοναχούς και όλοι μαζί προσεύχονταν και με δάκρυα στα μάτια παρακαλούσαν το Θεό να τους λυπηθεί και να σώσει την πόλη τους από τον απαίσιο εχθρό. Ο ένας έδινε κουράγιο στον άλλο να αντισταθούν όλοι μαζί με γενναιότητα απέναντι στον κοινό κίνδυνο και προσδοκούσαν ακόμη και την έσχατη αυτή στιγμή τη σωτηρία.
Την ίδια ημέρα, νωρίτερα πιθανότατα από τη λιτανεία, όπως αναφέρει ο χρονογράφος Barbaro κάποιοι Ενετοί κατασκεύαζαν στα εργαστήριά τους προστατευτικές άμαξες για τους αμυνόμενους στρατιώτες στις επάλξεις. Ο Βάιλος διέταξε Έλληνες να τις μεταφέρουν στα τείχη, εκείνοι όμως αρνήθηκαν, γεγονός που ο χρονογράφος το αποδίδει στη φιλαργυρία τους, καθώς δήθεν ήθελαν να πληρωθούν. Πιθανότατα, όπως υποστηρίζει ο σύγχρονος ιστορικός S. Runciman «αρνήθηκαν, όχι από απληστία, αλλά γιατί ένοιωθαν αγανάκτηση για αυτές τις αυθαίρετες διαταγές από έναν Ιταλό και επειδή πραγματικά έπρεπε να έχουν χρήματα ή διαθέσιμο χρόνο για να βρουν τρόφιμα για τις πεινασμένες οικογένειές τους».
Ας σημειωθεί στο σημείο αυτό, ότι οι Βυζαντινοί εξαιτίας του ύποπτου παιχνιδιού της τήρησης ουδετερότητας με τους Τούρκους από τη μεριά των Γενουατών δεν είχαν πλέον καμία εμπιστοσύνη στους ξένους και δεν δέχονταν υποδείξεις και διαταγές από αυτούς. Τη λιτανεία, στην οποία παρευρέθησαν Βυζαντινοί και Λατίνοι, ακολούθησε και ο ίδιος ο Αυτοκράτορας. Αργά το απόγευμα, μετά το τέλος της, ο Αυτοκράτορας συγκέντρωσε τους αξιωματούχους και τους άρχοντες της Πόλης και τους μίλησε. Το θέμα της ομιλίας του, όπως ήταν φυσικό αφορούσε την επικείμενη επίθεση.
Ζήτησε από όλους να δείξουν θάρρος και να αντισταθούν με γενναιότητα στον άπιστο εχθρό, που είχε ως στόχο να καταλύσει την ορθή πίστη και να αντικαταστήσει το Χριστό με έναν ψεύτικο προφήτη. Τόνισε, ότι αξίζει να πεθάνει κανείς όταν αγωνίζεται για μεγάλα ιδανικά όπως η πίστη, η πατρίδα, η οικογένεια και ο Αυτοκράτορας, που ήταν η αρχή της πόλης και ο εκπρόσωπος του Θεού στη γη και ανέφερε, ότι είχε έρθει αυτή η στιγμή για το λαό του, να πολεμήσει και να θυσιαστεί. Έπειτα αναφέρθηκε στη διάρκεια της πολιορκίας και στα κάθε είδους όπλα, τα οποία χρησιμοποίησε ο σουλτάνος και απέδωσε την μέχρι εκείνη τη στιγμή σωτηρία τους στο Χριστό, που θα αποτελούσε πάντοτε την ελπίδα και το καταφύγιο τους.
Υπολείπονταν οι αμυνόμενοι σε πολεμικό εξοπλισμό και αριθμητική υπεροχή έναντι του εχθρού, είχαν όμως την πίστη στο Θεό, σύμμαχο για τη σωτηρία τους. Επιπλέον ο Αυτοκράτορας πίστευε πολύ στις ικανότητες και το θάρρος των στρατιωτών του παρόλο που ήταν ελάχιστοι αριθμητικά σε σχέση με τον εχθρό και τους ενθάρρυνε να μη φοβηθούν κατά τη διάρκεια της εφόδου των απίστων από τις κραυγές και τους αλαλαγμούς τους. Τέλος έδωσε οδηγίες σχετικά με τον τρόπο μάχης και προστασίας από την επίθεση του εχθρού. Έπειτα στράφηκε προς τους Ιταλούς και τους ευχαρίστησε για όσα είχαν προσφέρει στην πόλη όλο αυτό το διάστημα της πολιορκίας.
Αφού ολοκλήρωσε την ομιλία του ο Αυτοκράτορας και ευχαρίστησε το Θεό με δάκρυα στα μάτια, όλοι οι παριστάμενοι έσπευσαν να τον διαβεβαιώσουν, ότι ήταν πρόθυμοι να θυσιαστούν για την πίστη και την πατρίδα τους. Σε τέτοιο αίτημα ενός τέτοιου άρχοντα ποιος θα τολμούσε να αρνηθεί;
Μπροστά στον Κωνσταντίνο, Έλληνες και Λατίνοι γίνονται μια αγκαλιά. Επιτέλους επανήλθε η ομόνοια λίγες ώρες πριν το τέλος.
Έπειτα από αυτά ο Αυτοκράτορας και πλήθος λαού μετέβη στην Αγιά Σοφιά, που για αρκετό διάστημα παρέμεινε σκοτεινή, επειδή θεωρούνταν μολυσμένη μετά από την κοινή λειτουργία ορθοδόξων και καθολικών που είχε γίνει την 12η Δεκεμβρίου του 1452, για να εξομολογηθούν και μεταλάβουν τα άχραντα μυστήρια.
Στην Αγιά Σοφιά οι κληρικοί ντυμένοι με τα επίσημα άμφια τελούν την τελευταία Θεία Λειτουργία για να λάβει ο λαός την ύστατη κοινωνία. Η Αγιά Σοφιά ήταν ασφυκτικά γεμάτη εκείνη τη νύχτα. Ψαλμωδίες αντηχούσαν σε ολόκληρη την Πόλη. Ύμνοι μέσα στην Εκκλησιά και λιτανείες πάνω στα τείχη. Όλη η Πόλη μια προσευχή. Όλη η Πόλη μια παράκληση, μια ύστατη απελπισμένη κραυγή. Στο Θεό. Προσευχόταν και ο αυτοκράτορας, μόνο που δεν ήταν πια θλιμμένος, δεν έσκιαζε φόβος τα μάτια του και έψελνε ολόλαμπρος λες κι είχε κατέβει το φως το Θείο να τον λούσει. Τον είδε ο κόσμος έτσι το Βασιλιά κι αναθάρρησε. Και τώρα δεν ήταν πια σπαρακτική κραυγή η προσευχή, ήτανε ύμνος θεϊκός κι εκστατικός. Αυτή την τελευταία λειτουργία στην Αγιά Σοφιά την ξέχασε η Ιστορία. Την πρόλαβαν τα γεγονότα. Κι όμως, αυτές οι ύστατες στιγμές ήταν που έπρεπε να μείνουν παρακαταθήκη στο χρόνο. Το χρόνο, που τις ώρες εκείνες δεν υπήρχε. Όλα ήταν ένα, αχώριστα, άχρονα και αδιαίρετα. Ο κόσμος, η Αγιά Σοφιά, ο Βασιλιάς κι η Παναγιά, ένα σώμα, μια δέηση, μια Πόλη σε ιερή έκσταση, μια Πόλη που λίγες ώρες πριν τον αφανισμό της έφτασε το ύψιστο μεγαλείο της. Όχι, δεν ήταν η ελπίδα για σωτηρία. Ήταν η πίστη η δυνατή που έκανε εκείνη τη νύχτα όλη την Εκκλησιά να λάμπει και να βροντά. Κι ο κόσμος υμνούσε, κι ο Κωνσταντίνος, λες κι είχε ήδη φύγει, λες κι είχε ήδη πάρει τη θέση του ανάμεσα στα Χερουβείμ, κι η εικόνα της Παναγιάς δάκρυσε, λένε. Αυτό που δε λένε είναι πως δάκρυσε όχι από λύπη, μα από υπερηφάνεια για το μεγαλείο των πιστών και του λαού της. Και ήτανε τόσο δυνατοί οι ύμνοι που σκιάχτηκαν οι πολιορκητές, λένε πάλι. Νόμισαν πως κατέβηκαν οι Άγγελοι να προστατέψουν την Πόλη. Και λουφάξανε οι άθλιοι άπιστοι και σιώπησαν.
Ο Κωνσταντίνος ευχαριστεί τους άνδρες του και με το άλογό του γυρίζει τα τείχη για να δώσει κουράγιο στους υπόλοιπους αγωνιστές.
Συντελέστηκε μεγάλη ακολουθία στην Αγια Σοφιά, η τελευταία χριστιανική ακολουθία που πραγματοποιήθηκε στην περίφημη εκκλησία της Πόλης, την οποία παρακολούθησε πλήθος αξιωματούχων και πιστών. Οι υπερασπιστές της Πόλης μεταλαμβάνουν και τρέχουν ξανά στις επάλξεις. Ο Κωνσταντίνος σε λόγο προς τον λαό του, τον προέτρεψε να αντισταθεί γενναία, λέγοντας ότι οι Τούρκοι «υποστηρίζονται από όπλα, ιππικό, πυροβολικό και την αριθμητική τους υπεροχή, εμείς όμως στηριζόμεθα πρώτα στον Θεό και Σωτήρα μας και κατόπιν στα χέρια μας και στην δύναμή μας που μας έχει χαρίσει ο ίδιος ο Θεός». Ο Κωνσταντίνος ολοκλήρωσε την ομιλία του ως εξής:

Η εικόνα ίσως περιέχει: ένα ή περισσότερα άτομα, υπαίθριες δραστηριότητες και κείμενο
...”Γνωρίσατε λοιπόν τούτο: Εάν ειλικρινά υπακούσετε ό,τι σας διέταξα, ελπίζω ότι, με τη βοήθεια του Θεού, θα αποφύγουμε τη δίκαιη τιμωρία Του, που κρέμεται επάνω μας”.
Ο Πατριάρχης κι όλη η σύνοδος έκαναν δεήσεις στον μεγάλο Ιερό Ναό, παρακαλώντας αδιάκοπα από το Θεό και την Υπεραγία Θεοτόκο βοήθεια και θάρρος κατά των εχθρών. Όταν άκουσε τις καμπάνες, έλαβε τις σεπτές εικόνες, βγήκε μπροστά στην εκκλησία και γονατιστός ευλόγησε την Πόλη με το σταυρό κι έλεγε κλαίγοντας:
"Ανάστα, Κύριος ο Θεός και βοήθησέ μας την έσχατη τούτην ώρα της καταστροφής μας, μην αποστραφείς διαπαντός τα πλάσματα Σου και μη δώσεις την κληρονομία σου βορά στους ανθρωποφάγους για να μην ειπούν: "Που είναι ο Θεός τους;", αλλά να ιδούν ότι εσύ είσαι ο θεός μας, ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός προς δόξα του θεού πατρός".
Κι αυτά τα ίδια αναφώνησε και στην Υπεραγία Θεοτόκο:
"Ω, Υπεραγία Δέσποινα, άπλωσε το χέρι ενώπιον του υιού σου και Θεού μας, προστάτεψέ μας Δέσποινα, από την οργή του Θεού κι από τον όλεθρό μας, γιατί αύτη τη στιγμή, Πάναγνη και Υπεράμωμη, είμαστε μπροστά στου άδη το στόμα: έλα, φιλέσπλαχνη και φιλάνθρωπη, και σώσε μας, πάρε μας στη δεξιά σου προτού μας καταβροχθίσει ο άδης κι όλοι θα δοξάζουν, και θα ευχαριστούν το υπεράγιο κι υπέρλαμπρο όνομα σου".
Αυτά έλεγαν και προσεύχονταν δίχως να σταματούν…
Η μέρα είχε φτάσει στο τέλος της. Μετά τη λειτουργία καθένας γύρισε στη θέση του, ενώ ο Αυτοκράτορας επέστρεψε στο παλάτι των Βλαχερνών και αφού συγκέντρωσε το προσωπικό του, ζήτησε τη συγχώρεση τους.
Έπειτα έφιππος μαζί με τον Φραντζή διέτρεξε τα χερσαία τείχη, για να επιθεωρήσει αν όλα ήταν εντάξει. Οι σκοποί βρίσκονταν άγρυπνοι φρουροί στις θέσεις τους και οι πύλες ήταν καλά ασφαλισμένες. Έπειτα ο Κωνσταντίνος με τον πιστό του γραμματέα έκαναν στάση κοντά στην Καλιγαρία πύλη και ανέβηκαν σε έναν από τους πύργους. Από εκεί μπορούσαν να ακούσουν καθαρά ομιλίες και θορύβους προερχόμενους από τον εχθρό, ο οποίος προετοίμαζε την επίθεση από την πλευρά της θάλασσας και κοντά στα τείχη.
Η τελευταία ώρα της δύσμοιρης Πόλης του έχει ήδη σημάνει…
Από εκεί θα αποχαιρετήσει το φως του ήλιου από την Πόλη του... Και ο ήλιος δύει.
Θα είναι η τελευταία δύση που θα αντικρίσει η ελληνική Κωνσταντινούπολη…