Πρόσφατες ειδήσεις

Γενέθλιον της Κωνσταντινούπολης (11 Μαΐου 330).



Το δεύτερο γεγονός της βασιλείας του Κωνσταντίνου που, ύστερα από την αναγνώριση του Χριστιανισμού, έχει πρωταρχική σημασία, είναι η ίδρυση μιας νέας πρωτεύουσας στις ευρωπαϊκές ακτές του Βοσπόρου και στη θέση του αρχαίου Βυζαντίου.

Πριν από τον Κωνσταντίνο οι αρχαίοι είχαν πολύ καλά εκτιμήσει τις στρατηγικές και εμπορικές δυνατότητες που είχε το Βυζάντιο, λόγω της θέσης του στα σύνορα Ασίας και Ευρώπης και λόγω του ελέγχου που ασκούσε στη Μαύρη Θάλασσα και τη Μεσόγειο. Επίσης ήταν πολύ κοντά στις κύριες εστίες των ένδοξων αρχαίων πολιτισμών. Τα πρώτα 50 χρόνια του 7ου αιώνα π.Χ. οι Μεγαρείς είχαν ιδρύσει μια αποικία, τη Χαλκηδόνα, στις ασιατικές ακτές του Βοσπόρου, ακριβώς απέναντι από τη θέση όπου αργότερα έγινε η Κωνσταντινούπολη. Λίγα χρόνια μετά την ίδρυση της Χαλκηδόνας, μια άλλη ομάδα Μεγαρέων ίδρυσε μια αποικία στις ευρωπαϊκές ακτές του Βοσπόρου, το Βυζάντιο, που πήρε το όνομά αυτό από τον αρχηγό των αποίκων Βύζα. Τα ανώτερα, σε σχέση με τη Χαλκηδόνα, προσόντα του Βυζαντίου είχαν πολύ εκτιμηθεί από τους αρχαίους. Ο Έλληνας ιστορικός του 5ου αιώνα π.Χ. Ηρόδοτος (IV, 44), γράφει ότι ο στρατηγός των Περσών Μεγάβαζος, όταν έφτασε στο Βυζάντιο ονόμασε τους κατοίκους της Χαλκηδόνας τυφλούς, γιατί, έχοντας τη δυνατότητα εκλογής, διάλεξαν τη χειρότερη από τις δύο πόλεις, παραβλέποντας την υπεροχή της θέσης όπου χτίστηκε αργότερα το Βυζάντιο. Αργότερα η φιλολογική παράδοση - συμπεριλαμβανομένου του Στράβωνα (VII, 6, c. 320) και του Ρωμαίου ιστορικού Τάκιτου (Ann. ΧΙΙ, 63), αποδίδει τα λόγια του Μεγάβαζου, λίγο τροποποιημένα, στον Πύθιο Απόλλωνα, που είπε στους Μεγαρείς, όταν τον ρώτησαν που θα έπρεπε να χτίσουν την πόλη τους, να εγκατασταθούν απέναντι στην πόλη των τυφλών.

Το Βυζάντιο έπαιξε σπουδαίο ρόλο κατά τη διάρκεια των Ελληνοπερσικών πολέμων και την εποχή του Φιλίππου του Μακεδόνα. Ο Έλληνας ιστορικός του δεύτερου π.Χ. αιώνα Πολύβιος, ανέλυσε προσεκτικά την πολιτική και οικονομική θέση του Βυζαντίου. Αναγνωρίζοντας τη σημασία των εμπορικών σχέσεων της Ελλάδας με τις πόλεις της Μαύρης Θάλασσας, έγραφε, ότι δίχως την έγκριση των κατοίκων του Βυζαντίου ούτε ένα απλό εμπορικό πλοίο δεν μπορούσε να μπει στη Μαύρη Θάλασσα ή να βγει από αυτήν κι ότι με τον τρόπο αυτόν οι κάτοικοι του Βυζαντίου είχαν κάτω από τον έλεγχό τους όλα τα προϊόντα του Πόντου (Polybius, Historia, IV, 38,44).

Όταν η Ρώμη έπαψε να είναι δημοκρατία, οι αυτοκράτορες συχνά θέλησαν να μεταφέρουν την πρωτεύουσά τους από τη Δημοκρατική Ρώμη στην Ανατολή. Σύμφωνα με όσα γράφει ο Ρωμαίος ιστορικός Σουετώνιος (Ι, 79), ο Ιούλιος Καίσαρ ήθελε να μεταφέρει τη Ρώμη στην Αλεξάνδρεια ή το Ίλιον (αρχαία Τροία).
Τους πρώτους αιώνες μ.Χ. οι αυτοκράτορες συχνά άφηναν τη Ρώμη για μεγάλα χρονικά διαστήματα, στη διάρκεια των στρατιωτικών τους επιχειρήσεων ή των περιοδειών τους στην αυτοκρατορία. Στα τέλη του 2ου αιώνα, το Βυζάντιο δέχτηκε ένα δυνατό χτύπημα. Ο Σεπτίμιος Σεβήρος, πολεμώντας τον εχθρό του Νίγηρα, που είχε οχυρωθεί στο Βυζάντιο, υπέβαλε την πόλη σε μια τρομερή λεηλασία και την κατέστρεψε σχεδόν ολοκληρωτικά. Στο μεταξύ, η Ανατολή έλκυε συνεχώς τους αυτοκράτορες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο Διοκλητιανός, που προτιμούσε να ζει στη Μ. Ασία, στη Νικομήδεια, την οποία στόλισε με πολλά νέα και ωραία κτίρια.

Όταν ο Κωνσταντίνος αποφάσισε να κάνει μια νέα πρωτεύουσα, δε διάλεξε αμέσως το Βυζάντιο. Για λίγο σκέφτηκε τη Ναϊσσό (Νίσσα) όπου γεννήθηκε, τη Σαρδική (Σόφια) και τη Θεσσαλονίκη. Η προσοχή του στράφηκε κυρίως στην Τροία, την πόλη του Αινεία, ο οποίος όπως λέει η παράδοση, είχε έλθει στην Ιταλία για να θεμελιώσει τη ρωμαϊκή πολιτεία. Ο αυτοκράτορας πήγε προσωπικά στο μέρος αυτό και ρύθμισε τα όρια της μελλοντικής πόλης. Είχαν ήδη μάλιστα κατασκευαστεί οι πύλες όταν - όπως αναφέρει ο χριστιανός συγγραφέας του 5ου αιώνα, Σωζόμενος («Historia ecclesiastica», ΙΙ, 3) - κάποιο βράδυ, παρουσιάστηκε ο Θεός στον Κωνσταντίνο προτρέποντάς τον να διαλέξει μια άλλη τοποθεσία για την πρωτεύουσά του. Μετά από αυτό ο Κωνσταντίνος διάλεξε τελικά το Βυζάντιο. Έναν αιώνα αργότερα, όσοι ταξίδευαν στην Τροία μπορούσαν να διακρίνουν ακόμα τα ατελείωτα έργα του Κωνσταντίνου.

Το Βυζάντιο, που ακόμα δεν είχε τελείως αναλάβει από τις καταστροφές που προκάλεσε ο Σεπτίμιος Σεβήρος, ήταν την εποχή εκείνη ένα απλό χωριό. Το 324 μ.Χ. ο Κωνσταντίνος αποφάσισε να κάνει μια νέα πρωτεύουσα και το 325 είχε αρχίσει η κατασκευή των βασικών κτιρίων. Οι χριστιανικοί θρύλοι αναφέρουν ότι καθώς ο αυτοκράτορας με ένα ακόντιο στο χέρι χάραζε τα σύνορα της πόλης, οι αυλικοί του, κάτω από τη δυνατή εντύπωση που τους προκαλούσε η έκταση της μελλοντικής πολιτείας, τον ρώτησαν: «Κύριέ μας, πόσο θα προχωρήσεις ακόμα;». Και εκείνος απάντησε: «Θα προχωρήσω μέχρις ότου σταματήσει αυτός που προχωρά μπροστά μου». Αυτό σημαίνει ότι κάποια Θεία δύναμη οδηγούσε τον Κωνσταντίνο.

Εργάτες και υλικά για την οικοδόμηση μαζεύτηκαν από παντού, ενώ πολλά ειδωλολατρικά μνημεία της Ρώμης, των Αθηνών, της Αλεξάνδρειας, της Εφέσου και της Αντιόχειας, χρησιμοποιήθηκαν για τη διακόσμηση της πόλης. 40.000 Γότθοι στρατιώτες, οι λεγόμενοι «foederati» έλαβαν μέρος στην κατασκευή των νέων κτιρίων. Πολλές εμπορικές και οικονομικές ευκολίες δόθηκαν στη νέα πρωτεύουσα, έτσι ώστε να ελκυστούν εκεί πολλοί άνθρωποι. Την άνοιξη του 330 μ.Χ. η εργασία είχε τόσο πολύ προχωρήσει, ώστε ο Κωνσταντίνος μπόρεσε να εγκαινιάσει επίσημα τη νέα πρωτεύουσα.


Τα εγκαίνια έγιναν στις 11 Μαΐου του 330, και οι σχετικές γιορτές κράτησαν 40 μέρες. Το χρόνο αυτόν η χριστιανική Κωνσταντινούπολη νίκησε το ειδωλολατρικό Βυζάντιο. Αν και είναι δύσκολο να εκτιμήσουμε το μέγεθος που είχε η πόλη την εποχή του Κωνσταντίνου, το βέβαιο είναι πάντως ότι η έκτασή της ήταν μεγαλύτερη από το Βυζάντιο. Τον 4ο αιώνα, δεν υπάρχουν επίσης σχετικές πληροφορίες για τον πληθυσμό της Κωνσταντινούπολης. Υποτίθεται όμως ότι οι κάτοικοι θα ήταν περισσότεροι από 200.000. Για την άμυνα εναντίον των εχθρών, στην ξηρά, ο Κωνσταντίνος είχε κτίσει ένα τείχος που άρχιζε από τον Κεράτιο κόλπο για να τελειώσει στην Προποντίδα.

Αργότερα, το παλαιό Βυζάντιο έγινε η πρωτεύουσα μιας παγκόσμιας αυτοκρατορίας και ονομάστηκε «Πόλη του Κωνσταντίνου, Κωνσταντινούπολη», ή ακόμα πιο απλά «Πόλη». Η νέα πρωτεύουσα υιοθέτησε το σύστημα της Ρώμης και διαιρέθηκε σε 14 περιοχές, από τις οποίες οι δύο ήταν έξω από τα τείχη της πόλης. Από τα μνημεία της εποχής του Κωνσταντίνου σχεδόν κανένα δεν έχει σωθεί μέχρι σήμερα. Οπωσδήποτε όμως η Εκκλησία της Αγίας Ειρήνης, που ξανακτίστηκε την εποχή του Ιουστινιανού και του Λέοντα Γ', έχει την προέλευσή της στην εποχή του Κωνσταντίνου και διατηρείται ακόμα. Η φημισμένη μικρή οφιοειδής στήλη των Δελφών (5ος αιώνας π.Χ.), που είχε ανεγερθεί σε ανάμνηση της μάχης των Πλαταιών και μεταφέρθηκε από τον Κωνσταντίνο στη νέα πρωτεύουσα - στον Ιππόδρομο - υπάρχει ακόμα, αν και είναι κάπως κατεστραμμένη.

Ο Κωνσταντίνος, με τη μεγαλοφυΐα του, εκτίμησε όλες τις οικονομικές, πολιτικές και εκπολιτιστικές δυνατότητες της πόλης. Πολιτικά η Κωνσταντινούπολη, ή όπως συχνά λεγόταν η «Νέα Ρώμη», είχε εξαιρετικές δυνατότητες αντίστασης κατά των εξωτερικών εχθρών, διότι, ενώ ήταν απρόσιτη από τη θάλασσα, από την ξηρά προστατευόταν με τείχη. Οικονομικά είχε κάτω από τον έλεγχό της όλο το εμπόριο της Μαύρης Θάλασσας με το Αιγαίο και τη Μεσόγειο, πράγμα που την έκανε εμπορικό μεσολαβητή ανάμεσα στην Ευρώπη και την Ασία. Τελικά, από εκπολιτιστική πλευρά, η Κωνσταντινούπολη είχε την εξαιρετική δυνατότητα να βρίσκεται κοντά στο πιο αξιόλογα κέντρα του ελληνικού πολιτισμού, τα οποία κάτω από την επίδραση του Χριστιανισμού συνετέλεσαν στη δημιουργία ενός νέου πολιτισμού: του χριστιανο-ελληνο-ρωμαϊκού ή «Βυζαντινού» πολιτισμού.
Σχετικά με το ζήτημα αυτό, ο Θ. Ουσπένσκι γράφει τα εξής:
«Η εκλογή της θέσης για τη νέα πρωτεύουσα, η ίδρυση της Κωνσταντινούπολης και η δημιουργία μιας νέας διεθνούς, ιστορικής πόλης, αποτελούν ένα από τα μεγαλύτερα κατορθώματα της πολιτικής και διοικητικής μεγαλοφυΐας του Κωνσταντίνου. Δεν αποτελεί το διάταγμα της θρησκευτικής ανοχής το μεγαλύτερο καλό που έκανε ο Κωνσταντίνος στην ανθρωπότητα, γιατί οπωσδήποτε οι διάδοχοί του θα αναγκάζονταν να δώσουν στον Χριστιανισμό τη θέση εκείνη που του ανήκει, δίχως η αναβολή αυτή να βλάψει καθόλου τον Χριστιανισμό. Μεταφέροντας όμως τη διεθνή πρωτεύουσα στην Κωνσταντινούπολη, ο Κωνσταντίνος έσωσε τον αρχαίο πολιτισμό και δημιούργησε ένα αξιόλογο κέντρο για τη διάδοση του Χριστιανισμού»
Όπως είπαμε ο Κωνσταντίνος Α’ ο Μέγας, στις 11 Μαΐου του 330, την νέα πόλη την έκανε πρωτεύουσα του απέραντου ρωμαϊκού κράτους, γιατί τοπογραφικά βρισκόταν στο σημείο, που οι δυο ήπειροι, η Ασία και η Ευρώπη, πλησιάζουν και δυο μεγάλες θάλασσες, η Μεσόγειος και ο Εύξεινος Πόντος ενώνονται με τον Βόσπορο. Ο δε Βόσπορος μαζί με τα στενά των Δαρδανελίων (Ελλήσποντος) είναι πέρασμα σημαντικότατο. Αλλά και ο Κεράτιος Κόλπος, έχει την αξία του, καθώς είναι ένα φυσικό λιμάνι από τα πιο σίγουρα και μεγάλα, όπου μπορεί ν’ αράξει και ολόκληρος στόλος. Έτσι η πόλη βρισκόταν στο μέσον σχεδόν της αυτοκρατορίας, ήταν ο κόμβος του εμπορίου της Ανατολής και της Δύσης, του Βορρά και του Νότου, ήταν πλησιέστερα στους νέους επικίνδυνους εχθρούς, τους Πέρσες και ήταν πόλη νέα που δεν είχε τις πολιτικές φατρίες της Ρώμης, πόλη που κατοικούνταν από χριστιανούς, τους οποίους συμπαθούσε πολύ ο Μέγας Κωνσταντίνος. Στην αρχή ονομάστηκε Νέα ή Δευτέρα Πόλη. Κατόπιν πήρε τα ονόματα Επτάλοφος, γιατί ήταν κτισμένη σε επτά λόφους, Βασιλεύουσα, γιατί εκεί είχαν την καθέδρα τους οι βασιλιάδες και τέλος Πόλις ή Πόλη.
Ας μείνουμε όμως μέχρι εδώ, στο γενέθλιο της Πόλης και ας μη επεκταθούμε στα μετέπειτα χρόνια της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, η οποία Βυζαντινή αυτοκρατορία τελειώνει με την Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453. Αξίζει να σημειώσουμε ότι η Κωνσταντινούπολη μετονομάστηκε επίσημα από την Τουρκική Δημοκρατία στις 28 Μαρτίου του 1930 σε "Ινσταμπούλ". Η ετυμολογία του όρου δεν είναι γνωστή με βεβαιότητα. Περισσότερο αποδεκτή είναι η άποψη πως προέρχεται από τις ελληνικές λέξεις «εις την πόλη». Θεωρείται εξάλλου πιθανό πως με δεδομένα τη σπουδαιότητα και το μέγεθός της, οι κάτοικοί της την αποκαλούσαν απλά «Πόλη», όπως αποκαλείται συχνά μέχρι σήμερα από τους Έλληνες.


Όντας εθεμελιώνανε οι Αρχάγγελοι την Πόλη
αγγέλοι την εχτίζανε κι Αγγέλοι κουβαλάνε
Απ’ τ’ Άγιον Όρος το νερό κι απ’ την Αθήνα χώμα
Κι από τα Ιεροσόλυμα, πέτρες και κιραμίδια
Σαν χτίσαν κι αποχτίσανε κι εβγήκανε στην άκρη,
Θρονιάσανε τη Δέσποινα Κυρά να διαφιντεύει
Θαμεύουνταν, ξιαστέκουνταν, το πώς να την ειπούνε,
Πόλη, Κωνσταντινούπολη, του Κωνσταντίνου η Πόλη.

Επίσης με το όνομα Γενέθλιον της Κωνσταντινούπολης εορτάζεται κατ΄ έτος από την Εκκλησία μας στις 11 Μαΐου η ανάμνηση των εγκαινίων "της θεοφυλάκτου και θεομεγαλύντου Κωνσταντινουπόλεως, εξαιρέτως ανακειμένης την προστασία της Παναχράντου και Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας και παρ΄ Αυτής διασωζομένης".

Σύμφωνα με τον Ορθόδοξο Συναξαριστή, όταν ο Μέγας Κωνσταντίνος κατέλαβε την πόλη του Βυζαντίου, την έκτισε μεγαλύτερη και την ονόμασε Κωνσταντινούπολη. Το 330 μ.χ. και αφού τελείωσε όλο το τειχόκαστρο, τα σπίτια και τις Ιερές εκκλησίες, την αφιέρωσε στην Υπεραγία Θεοτόκο. Κατόπιν για να ευχαριστήσει τον Θεό, για το μεγαλοπρεπές αυτό έργο, έκανε λιτανεία με τον τότε Πατριάρχη, όλο τον κλήρο και τον λαό. Όταν ανέβηκαν στον Φόρο, έστησαν εκεί οι πολίτες δικό του ανδριάντα, που μέσα στο κεφάλι του έβαλαν τα καρφιά με τα όποια κάρφωσαν τον Χριστό. Στη βάση του ανδριάντα τοποθέτησαν τα δώδεκα καλάθια, που μέσα είχαν μαζέψει τα περισσεύματα των πέντε άρτων, που ευλόγησε ο Χριστός και πολλαπλασιάστηκαν. Από τότε λοιπόν η Εκκλησία, γιορτάζει κάθε χρόνο αυτή τη γιορτή για ανάμνηση.

Η συγκεκριμένη ημέρα της τελέσεως των εγκαινίων της Κωνσταντινουπόλεως επιλέχθηκε σκόπιμα, γιατί συνέπιπτε με την ημέρα της μνήμης του μαρτυρίου του Αγίου Μωκίου, ο οποίος ήταν και ο πολιούχος του Βυζαντίου. Μεταγενέστερες παραδόσεις, που καταγράφονται είτε σε χρονογραφήματα είτε σε αγιολογικές παραστάσεις, αλλά και σε αυτή ακόμα την υμνολογία της Εκκλησίας μας, θέλουν τον Μέγα Κωνσταντίνο να προσφέρει την πόλη του στην Υπεραγία Θεοτόκο.
Υμνολογία: 

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος β’. 
Τῆς Θεοτόκου ἡ πόλις, τῇ Θεοτόκῳ προσφόρως, τὴν ἑαυτῆς ἀνατίθεται σύστασιν· 
ἐν αὐτῇ γὰρ ἐστήρικται διαμένειν, καὶ δι’ αὐτῆς περισώζεται καὶ κραταιοῦται,
βοῶσα πρὸς αὐτὴν· χαῖρε ἡ ἐλπὶς πάντων τῶν περάτων τῆς γῆς.   

Κοντάκιον. Ἦχος β’.  
Τοῖς τῶν αἱμάτων. Ὡς περιόσιος κλῆρος ἡ πόλις σου, προσανατίθεται 
Κόρη τῇ σκέπῃ σου· ἣν σκέποις ἀμάχῳ ἰσχύϊ σου, σοὶ ἀφορῶσαν Παρθένε καὶ 
κράζουσαν· Σὺ εἶ τοῦ λαοῦ σου ἀσφάλεια.   

Μεγαλυνάριον.  Πόλις ἡ περίοπτος τοῦ Χριστοῦ, Κεχαριτωμένη, 
Παντευλόγητε Μαριάμ, ἥνπερ ἔσχες πόλιν, ὡς σχοίνισμα καὶ κλῆρον, φυλάττοις τε 
καὶ σώζοις, τῇ προμηθείᾳ σου.